Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποτάμια Οικοσυστήματα - Ιστορικά Γεφύρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποτάμια Οικοσυστήματα - Ιστορικά Γεφύρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το Πετρογέφυρο


Το Πετρογέφυρο ή Πετσιανώτικο γεφύρι είναι χτισμένο πάνω στο χείμαρρο του Λασπορέματος, παραπόταμο του Πραμόριτσα. Συνέδεε παλιά τους οικισμούς της Μόρφης και της Τριάδος με το Τσοτύλι, αλλά εξυπηρετούσε και άλλους οικισμούς όπως τον Aυγερινό και τον Πεντάλοφο.
Εικόνα 1 Το Πετρογέφυρο στην Τριάδα την άνοιξη του 2007

Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής του δεν είναι εξακριβωμένη, αλλά τοποθετείται στα 1810. Η παράδοση θέλει να κτίστηκε εις μνήμην του Πέτρου, ενός Διλοφίτη που πνίγηκε όταν προσπάθησε να διαβεί το ρέμα πλημμυρισμένο. Η κτίση του γεφυριού χρηματοδοτήθηκε από τον πατέρα του, μετανάστη στην Κωνσταντινούπολη. Οι μάστορες λέγεται ότι ήταν μουσουλμάνοι Βαλαάδες του Βοϊου ή Αλβανοί.

Υπάρχει και μια άλλη παράδοση που θέλει τον Πέτρο από τη Μόρφη. Αυτή η παράδοση λέει ότι μια χήρα Μορφιώτισσα με τα ορφανά της, τον Πέτρο και τη Γαλάνω, ξεκίνησαν γύρω στο 1650 για τη Βιέννη για να διεκδικήσουν την περιουσία του πατέρα τους που μόλις είχε αποβιώσει μετά από χρόνια πάροικος στην Αυστρία. Περνώντας το λασπόρεμα που εκείνη στη στιγμή είχε μεγάλη ροή, ο Πέτρος παρασύρθηκε και πνίγηκε. Η μητέρα του αργότερα χορήγησε την κατασκευή του γεφυριού, και το ονόμασε στη μνήμη του γιού της «Πετρογέφυρο».
Οι διάφορες παραλλαγές της παράδοσης δείχνουν ότι πρέπει να υπάρχει κάποια ιστορική βάση, αν και πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή. Η δεύτερη εκδοχή της παράδοσης μάλλον δεν ευσταθεί τουλάχιστον ως προς την ημερομηνία. Το 1650 υπήρχε μόνο το Βυζαντινό γεφύρι των Πύργων σε ολόκληρο το Νομό Κοζάνης. Δεν είναι δυνατόν να έμεναν αγεφύρωτα ποτάμια όπως ο Αλιάκμονας και ο Πραμόριτσας και να γεφυρώνονταν ένα ρέμα.

Εικόνα 2 Άποψη του γεφυριού. Από την πεζοπορική διαδρομή Τριάδα – Πετρογέφυρο

Παρά την κομψή κατασκευή του, το γεφύρι δεν ήταν αρκετά ανθεκτικό. Εκτός από τα τόξα του, η υπόλοιπη κατασκευή έγινε με ακατέργαστους λίθους χωρίς συνδετικό υλικό. Έτσι ο πανδαμάτορας χρόνος αλλά και οι χρυσοθήρες του προκάλεσαν αρκετές φθορές. Μεταπολεμικά ήταν αρκετά διαδεδομένη η «πληροφορία» ότι υπάρχουν λίρες «στο γεφύρι με τα τρία τόξα». Κατά πόσο ή πληροφορία ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεν ήταν ένας από τους εκατοντάδες μύθους, που διέδιδαν επιτήδειοι για να εκμεταλλεύονται αφελείς, δεν απασχόλησε τους φιλόδοξους «χρυσοθήρες» και μέχρι το 1994 έκαναν το γεφύρι… σουρωτήρι.

Το Πετρογέφυρο επισκευάστηκε το 1965 και το 1996. Στην τελευταία επισκευή χρησιμοποιήθηκαν δομικοί λίθοι από το τοπικό πέτρωμα και στεγανωτικά μάζας στη διάβαση. Η επισκευή περιλάμβανε αναστήλωση ολόκληρων τμημάτων και την αρμολόγηση των ασύνδετων δομικών λίθων, έτσι ώστε σήμερα η γέφυρα να είναι σε καλύτερη στατική κατάσταση από όταν πρωτοκατασκευάστηκε χωρίς να έχει αλλάξει ουσιαστικά η αρχική μορφή της.

Σήμερα, εκατόν ενενηντα οκτώ (198) έτη μετά την κατασκευή του, το Πετρογέφυρο θυμίζει σε όλους την τέχνη και την αισθητική των Βαλκάνιων χτιστών. Μας πηγαίνει νοερά πίσω στους κινδύνους που είχε τότε ένα ταξίδι από την Πίνδο στην Κωνσταντινούπολη, στον πλούτο των Δυτικομακεδόνων μεταναστών και στην ισχυρή πεποίθηση τους ότι τα κοινωφελή έργα εξιλέωναν τις ψυχές των δικών τους. Μας θυμίζει επίσης την αγάπη των νεώτερων μεταναστών για τα μνημεία των προγόνων τους, αλλά και την υστερία για λίρες που κατέλαβε μεταπολεμικά ορισμένους απαίδευτους τυχοδιώκτες , η μανία των οποίων στοίχισε πολύ σε μνημεία στη Βόρεια Ελλάδα.

Το Πετρογέφυρο στέκεται σε άριστη κατάσταση σε μια όμορφη τοποθεσία σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από τον οικισμό της Τριάδας στο Δήμο Τσοτυλίου. Αν και η πρόσβαση είναι εφικτή με όχημα 4 Χ 4 οι πολλές διακλαδώσεις των αγροτικών δρόμων κάνουν την επίσκεψη δύσκολη χωρίς οδηγό. Για να γίνει λοιπόν το μνημείο επισκέψιμο η Οικολογική Κίνηση Κοζάνης το περασμένο καλοκαίρι σηματοδότησε τη διαδρομή μέσω της οποίας μπορεί κάποιος να φτάσει στο Πετρογέφυρο από την πλατεία της Τριάδας σε 45’ περνώντας μέσα από δρυοδάση και αγρούς.


Κοζάνη, Φεβρουάριος 2008

Οικολογική Κίνηση Κοζάνης

Επαναχρησιμοποίηση και συμβολικές αξίες γεφυριών

Εικόνα 1 Το Στρουγκογέφυρο δεν υπάρχει πλέον. Χτίστηκε δίπλα στον Πεντάλοφο γεφυρώνοντας τον Πραμόριτσα. Η αυξανόμενη ζήτηση σε φθηνή καθαρή ενέργεια στην Ελλάδα, οδήγησε στην κατασκευή πολλών υδροηλεκτρικών έργων. Το φράγμα του Πραμόριτσα κατέκλυσε το Στρουγκογέφυρο το περασμένο καλοκαίρι. Δυστυχώς δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. (Φωτ: Α. Παφίλης)


Η περίπτωση των παλιών πετρογέφυρων του Βοίου

Σε κάθε εποχή, κάθε τεχνικό έργο, κατασκευάζεται για να εξυπηρετήσει ορισμένες ανάγκες, και έχει έναν κύκλο ζωής. Μετά από την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος ο κύκλος αυτός κλείνει, το έργο δεν εξυπηρετεί πλέον ανάγκες και απαξιώνεται οικονομικά, δηλαδή μετατρέπεται σε «απόβλητο». Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε στο ότι φθορές και καταστροφές έχουν εξαλείψει το λειτουργικό ρόλο και την αξία του, είτε οι παλιές ανάγκες δεν υπάρχουν πια, είτε πάλι ότι νέες ανάγκες έχουν προκύψει και το έργο όχι μόνο δεν τις καλύπτει, αλλά εμποδίζει την ικανοποίησή τους.
Υπάρχει μια παλιά περιβαλλοντική – άρα οικονομική - αρχή για την παράτασης ζωής μιας κατασκευής : Η επαναχρησιμοποίηση. Με λίγες επεμβάσεις, η κατασκευή συντηρείται και συνεχίζει να καλύπτει τις αρχικές ανάγκες, ή μετασχηματίζεται ώστε να μπορεί να καλύπτει νέες. Για παράδειγμα, ένα δοχείο συντήρησης τυριού, μετά την κατανάλωση του περιεχομένου του βάφεται, γεμίζεται με χώμα και μετατρέπεται σε γλάστρα εξοικονομώντας εργασία και φυσικούς πόρους. Αν δεν γινόταν αυτή η μετατροπή θα καταναλώνονταν πρόσθετοι πόροι είτε για τη διαχείριση του πρώτου δοχείου ως αποβλήτου, είτε για την κατασκευή ενός νέου δοχείου (πχ πλαστική γλάστρα) στη θέση του παλιού. Τι πιο περιβαλλοντικό και οικονομικό; Στην κοινωνία μας βέβαια δε συνηθίζεται κάτι τέτοιο, το πλαστικό δοχείο θεωρείται αισθητικά «ανώτερο» και προτιμάται. Έχει μια συμβολική αξία για το σύγχρονο δυτικό άνθρωπο: «Είμαι αρκετά ευκατάστατος –άρα πετυχημένος-, και μπορώ να καταναλώνω περισσότερα από εσάς».
Οι συμβολικές αξίες όμως δεν προκαλούν πάντα πρόωρη απαξίωση των κατασκευών. Μπορούν να πάρουν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο να προκαλέσουν το αντίθετο ακριβώς. Ένα παράδειγμα είναι ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Αρχικά κατασκευάστηκε ως φρούριο. Μετά τη διάδοση της πυρίτιδας έχασε την αξία του και εξελίχθηκε σε στρατώνα, και στη συνέχεια σε φυλακή. Όταν η πόλη απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς έχασε και αυτήν την αξία του. Ήταν ένα όμορφο παλιό κτίριο, σε αξιόλογη θέση στην πόλη, που όμως κόστιζε για να συντηρηθεί. Παρόλα αυτά διατηρήθηκε. Έγινε καφετερία και σήμερα είναι μουσείο και τουριστικό αξιοθέατο. Αυτό όμως που κράτησε τον Πύργο στη ζωή δεν ήταν οι λειτουργικές του αξίες ως καφετερία και μουσείο, αλλά η συμβολική αξία που απέκτησε επιβιώνοντας τόσους αιώνες αλλάζοντας συνεχώς χρήση και ρόλο, προσαρμοζόμενος πάντα στις νέες συνθήκες. Είναι σύμβολο της σύγχρονης πόλης και μνημείο της νεότερης ιστορίας της, βασικό στοιχείο του δομημένου περιβάλλοντός της. Οι παράλληλοι ρόλοι που έχει αναλάβει συμβάλουν στην ένταξή του στον ιστό της πόλης. Δεν είναι δηλαδή ένα μνημείο «μούμια», αλλά ζωντανό κτήριο που λειτουργεί. Είναι η επαναχρησιμοποίηση που αναδεικνύει και ενίοτε μεγεθύνει τις συμβολικές αξίες μιας κατασκευής.

Εικόνα 2 Το γεφύρι της Βαθιάς χτισμένο το 1796 συνέδεε τη Χρυσαυγή με το Κριμήνι και Τσοτύλι, γεφυρώνοντας το ρέμα Βαθιά. Με την ανάπτυξη του οδικού δικτύου κατασκευάστηκε σύγχρονη γέφυρα από σκυρόδεμα δίπλα στο παλιό γεφύρι, αχρηστεύοντας το λειτουργικά τελείως. Αν και η κατασκευή της νέας γέφυρας προξένησε στο παλιό γεφύρι αρκετές ζημιές, το γεφύρι διασώθηκε χάρη στην κοινωνική του αξία. Δυστυχώς δεν έγινε το ίδιο με το γεφύρι της Ζώνης, όπου κατεδαφίστηκε κατά τη διάρκεια κατασκευής νέας γέφυρας στο ρέμα Τρανό.

Η περίπτωση των πετρόκτιστων γεφυριών του Βοϊου

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στο ορεινό Βόιο χτίστηκαν από πέτρα διάφορα γεφύρια. Τα πρώτα χρηματοδοτηθήκαν από αρματολίκια και κτηνοτρόφους και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μεταφοράς στρατιωτών και κοπαδιών. Στη συνέχεια, με την ανάπτυξη του εμπορίου άρχισαν να εξυπηρετούν κυρίως εμπορικά καραβάνια, ενώ παράλληλα χτίστηκαν επιπλέον γεφύρια. Με την ανάπτυξη του οδικού δικτύου, και την αραίωση του πληθυσμού λόγω μετανάστευσης, τα περισσότερα γεφύρια πέρασαν σε αχρηστία. Εξαίρεση αποτελούν αυτά που τροποποιήθηκαν κατασκευαστικά ώστε να δέχονται τροχοφόρα. Αν και λειτουργικά και οικονομικά απαξιωμένα, τα περισσότερα γεφύρια άντεξαν ως τις μέρες μας, χάρη στη συμβολική αξία που απέκτησαν λόγω παλαιότητας. Το κράτος, οι μετανάστες, αλλά και οι κάτοικοι των γύρω οικισμών τα συντηρούσαν κατά καιρούς, λόγω της μεγάλης κοινωνικής και συμβολικής αξίας που απέκτησαν.
Η συντήρηση όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αναλάβει ένα μνημείο το ρόλο του. Σημασία έχει να ενταχθεί στην οικιστική δομή αποκτώντας επιπλέον κάποιο λειτουργικό ρόλο. Δυστυχώς, σε αντίθεση με τα κτήρια, τα πέτρινα γεφύρια δύσκολα μπορούν να αλλάξουν χρήση. Παραδείγματος χάρη, ένα παλιό πέτρινο σχολείο μπορεί να γίνει λαογραφικό μουσείο, ένα αρχοντικό να μεταμορφωθεί σε ξενώνα, ένα οικοτροφείο σε δημαρχείο, ένα γεφύρι όμως παραμένει γεφύρι του δρόμου του.

Εικόνα 3 Το γεφύρι της Τσούκας κοντά στη Μόρφη. Χτίστηκε μέσα στη δεκαετία του 1720 με αγγαρείες των κατοίκων των γύρω οικισμών, και χρηματοδότηση από το αρματολίκι της περιοχής. Γεφυρώνει τον ποταμό Πραμόριτσα σε σημείο που υπήρχε δρόμος που συνέδεε τα χωριά των Γρεβενών με το Τσοτύλι. Επισκευάστηκε μεταπολεμικά με έξοδα μεταναστών από τη Μόρφη. Αν και είναι το δεύτερο παλιότερο «εν ζωή» γεφύρι στο Νομό Κοζάνης, είναι σχετικά άγνωστο, γιατί βρίσκεται μακριά από οικισμούς και το οδικό δίκτυο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι βρίσκεται σε διασταύρωση παλιών δρόμων, οι οποίοι διέρχονται από περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Η διαδρομή Δασσύλειο – Δίλοφο – Τσούκα – Χρυσαυγή και η διαδρομή Πεντάλοφος – Αγ Σωτήρα – Τσούκα – Μόρφη – Τριάδα, προσφέρονται για πολλές δραστηριότητες, και διαδρομές διαφορετικής διάρκειας και δυσκολίας συνδέοντας δύο τουλάχιστον χαρακτηρισμένους παραδοσιακούς οικισμούς και πέντε γεφύρια.

Ίσως η καλύτερη λύση είναι να επαναχρησιμοποιηθεί μαζί με το δρόμο του. Πώς όμως μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν τα καλντερίμια του 18ου αιώνα στο παρόν; Υπάρχει μια μικρή μερίδα του πληθυσμού στη χώρα μας, η οποία είναι πιο μικρή σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και η οποία χρειάζεται τέτοιους δρόμους. Είναι άνθρωποι που ασχολούνται με την πεζοπορία και τη ορεινή ποδηλασία. Η μετατροπή των παλιών εμπορικών δρόμων σε πεζοπορικές, ποδηλατικές, ιππήλατες ή και μοτοσικλετιστικές διαδρομές, και η προβολή τους στις ενδιαφερόμενες ομάδες πληθυσμού αποτελούν ίσως τη μοναδική λύση για να επαναλειτουργήσουν τα γεφύρια. Η περιοχή εξάλλου, λόγω του φυσικού της περιβάλλοντος έχει κάποιες δυνατότητες ανάπτυξης του οικοτουρισμού.
Εκτός όμως από την αύξηση της οικονομικής αξίας των γεφυριών, αυξάνονται παράλληλα η κοινωνική και συμβολική αξία τους, σε μια περιοχή που δεν έχει βυζαντινά μνημεία και οι αρχαιότητές της έχουν περισσότερο επιστημονική παρά κοινωνική σημασία.
Σε τελική ανάλυση το μέλλον των γεφυριών θα κριθεί από τις ανάγκες της κοινωνίας. Το ποιες είναι αυτές και πως ιεραρχούνται είναι ένα θέμα που σηκώνει πολλή συζήτηση. Πάντως οι κοινωνίες κρίνονται και με βάση αυτό το κριτήριο : πως δηλαδή αξιολογούν, διεκδικούν και ικανοποιούν τις ανάγκες τους.

21 / 1/ 2008
ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ

Ο αρχέγονος εξευμενισμός της φύσης από τον άνθρωπο. Η περίπτωση των θυσιών για το στέριωμα των πέτρινων γεφυριών


Εικόνα: Το γεφύρι του Κοιλαδίου είναι χτισμένο δίπλα στον ομώνυμο οικισμό του Δήμου Τσοτυλίου, και ενώνει τις όχθες του Τσαβαλεριώτικου ρέματος. Χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Χαρακτηριστικό της κατασκευής του είναι τα στηθαία του, που χτίστηκαν με μακριές κάθετες πέτρες και επιβίωσαν ως τις μέρες μας, αλλά και το χτίσιμο των βάθρων που έγινε κατά το ανισόδομο σύστημα.
Αυτό που κάνει το γεφύρι του Κοιλαδίου ξεχωριστό δεν είναι ή τεχνική του, ούτε η παλαιότητά του. Είναι η προφορική παράδοση που του δίνει μια ξεχωριστή ταυτότητα. Εξάλλου τι θα ήταν τα μνημεία χωρίς τις ιστορίες και τις παραδόσεις τους. Απλές, απρόσωπες κατασκευές, με τεχνική αξία μόνο. Τι θα ήταν επίσης αυτές οι ιστορίες ή οι θρύλοι χωρίς τα ίδια τα μνημεία; Απλά παραμύθια…

Το 1905, και μετά από πολλές πλημμύρες που παρέσερνε τα μέχρι τότε ξύλινα γεφύρια του Κοιλαδίου, οι τότε Βαλαάδες κάτοικοί του (εξισλαμισμένοι Ελληνόφωνοι) αποφάσισαν να χτίσουν ένα πέτρινο γεφύρι. Όπως ιστορείται, το έργο το ανέθεσαν σε Πολυκαστανιώτες μαστόρους, οι οποίοι φθάνοντας στο Κοιλάδι, άνοιξαν βαθιά θεμέλια στους δυο αντίκρυ βράχους και ζήτησαν από τους κατοίκους του χωριού να θυσιάσουν ένα ζώο για να στεριώσει το γεφύρι. Οι κάτοικοι πρότειναν αρχικά έναν πετεινό και έπειτα ένα πρόβατο, αλλά οι μάστορες τα αρνήθηκαν και τα δύο γιατί είχαν βάλει στο μάτι το τριμηνίτικο μοσχάρι του Χότζα που έβοσκε παραδίπλα. Για να μην αποκαλύψουν τις προθέσεις τους στους Κοιλαδιώτες, πρότειναν να αποφασίσει το ίδιο το ρέμα τι θυσία θέλει. Έτσι περίμεναν μια μέρα που έβρεχε και αφουγκράστηκαν τη βουή του ρέματος στη χαράδρα. Η βουή ακουγόταν σαν μουγκρητό μόσχου, και έτσι οι Βαλαάδες πείστηκαν ότι έπρεπε να θυσιαστεί το μοσχάρι. Το μοσχάρι θυσιάστηκε, ψήθηκε στο φούρνο και οι μάστορες το έτρωγαν για δύο ημέρες. Σε είκοσι μέρες η κατασκευή του γεφυριού είχε τελειώσει.
Πίσω όμως από κάθε μύθο ή θρύλο, υπάρχει πάντα μια αλήθεια. Οι θυσίες ζώων για το στέριωμα κατασκευών, δεν περιορίζονται μόνο στα γεφύρια, πόσο μάλιστα στο γεφύρι Κοιλαδίου. Παραδείγματα «στοιχειώματος» υπάρχουν από όλο το Βαλκανικό χώρο. Η αντίληψη ότι «για να διατηρηθεί μια κατασκευή πρέπει να δεχθεί ζωή ή ψυχή» ήταν βασική. Στην περιοχή της Κοζάνης, όταν θεμελιώνονταν ένα σπίτι, έσφαζαν ένα ζώο. Θυσίες με πιο τελετουργικό και εθιμικό χαρακτήρα είναι το «κουρμπάνι –ή γουρπάνι- της Αγίας Παρασκευής» στο Δασύλλειο Γρεβενών, στον Πολύφυτο και στο Πλατανόρεμα Κοζάνης και σε άλλα χωριά.
Όσο πιο μεγάλη ήταν η θυσία, δηλαδή όσο πιο μεγάλο, δυνατό, και χρήσιμο το ζώο, τόσο πιο αποτρεπτική δύναμη είχε. Υπάρχουν περιπτώσεις που λέγεται ότι χρειάστηκε να θυσιαστούν άνθρωποι, όπως το γεφύρι της Άρτας και ο οικισμός του Πελεκάνου στο Βόιο. Άσχετα αν αυτές οι ιστορίες για ανθρωποθυσίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, υποδηλώνουν τη δυσκολία που είχε η θεμελίωση ενός γεφυριού στον ορμητικό Άραχθο και την έκταση της επιδημίας που είχε ξεσπάσει στο Βόιο και απειλούσε τον οικισμό του Πελεκάνου.
Για να πιάσει η θυσία, το θύμα έπρεπε να θυσιαστεί εκούσια. Πριν τη θυσία γύρω από τον τόπο «προστασίας» χαράσσονταν ένας μαγικός κύκλος, μέσα στον οποίο ζούσε το «στοιχειό» και προστάτευε την κατασκευή από τις «κακές δυνάμεις» της φύσης. Πολλές φορές, κατά τη διεξαγωγή της θυσίας, κρεμούσαν στο θύμα πέτρες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή μετά τη θυσία. Όσο πιο δυνατό ήταν το υλικό της πέτρας, τόσο πιο αποτελεσματική η δύναμη του στοιχειού (“Ομοιοπαθητική” μαγεία).
Η ιστορία του ανθρώπινου είδους, είναι η ιστορία των προσπαθειών του να ελέγξει τα στοιχεία της φύσης προς όφελός του, ώστε να επιβιώσει και να ευημερήσει. Σε αυτόν τον αγώνα, έριξε το μυαλό του, την επιστήμη και την τεχνολογία του, και όταν αυτά δεν επαρκούσαν ζητούσε βοήθεια από ανώτερες δυνάμεις. Οι καιροί και οι άνθρωποι βέβαια αλλάζουν, οι ανθρωποθυσίες της αρχαιότητας αντικαταστάθηκαν με θυσίες ζώων και στη συνέχεια με αναίμακτες θυσίες, ή απλούς αγιασμούς. Σήμερα, στην τεχνοκρατική εποχή μας, για να στεριώσει ένα γεφύρι γνωρίζουμε ότι χρειάζεται σωστή επιστημονική μελέτη και κατασκευή. Εάν το ρέμα πλημμυρίσει, το έδαφος υποχωρήσει και γενικά η κατασκευή αστοχήσει, δε φταίει ότι δε θυσιάσαμε κάποιο μοσχάρι στο ρέμα, αλλά ότι δε θυσιάσαμε τον απαραίτητο χρόνο και χρήμα στη μελέτη και την κατασκευή του γεφυριού. Γνωρίζουμε επίσης, ότι η φύση δεν είναι κάποια «κακή δύναμη» που εκδικείται, και θέλει θυσίες για να εξευμενιστεί, αλλά ένα πολύπλοκο σύνολο, μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς. Κάθε τέτοιο φυσικό σύστημα θέλει κατανόηση και προσοχή στη διαχείριση του, όχι για να μη «θυμώσει», αλλά για να μην αντιδράσει σε άστοχες ανθρωπογενείς επεμβάσεις με τρόπο καταστροφικό για το είδος μας.
Ίσως η εποχή μας να είναι πιο πεζή και «νερόβραστη» από την εποχή των θυσιών στα γεφύρια. Ευτυχώς που τα γεφύρια αυτά υπάρχουν ακόμα, για να μας θυμίζουν άλλες εποχές, άλλες σχέσεις ανθρώπου- φύσης, να μας κεντρίζουν να δραπετεύουμε τα Σαββατοκύριακα, να επιστρέφουμε στη φύση και –νοερά- στη μυστηριώδη ατμόσφαιρα του παρελθόντος .

28 Δεκεμβρίου 2007
ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ

Γεφύρι Ανθοχωρίου: Όταν μπορείς να περπατάς πάνω …στην ιστορία

Το Ανθοχώρι είναι ένας απλός αγροτικός οικισμός στο Δήμο Τσοτυλίου. Αν και κάθε τόπος έχεις τις ιδιαιτερότητές του, τίποτα δε φαίνεται -εκ πρώτης όψεως- να κάνει το συγκεκριμένο οικισμό να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τίποτα, εκτός από το μεγάλο εξάτοξο παλιό γεφύρι του.
Το γεφύρι του Ανθοχωρίου, είναι ένα πετρόκτιστο αριστούργημα, το μεγαλύτερο και ίσως το ομορφότερο γεφύρι του Βοϊου. Ορθώνεται πάνω από τον ποταμό Πραμόριτσα, σε ύψος 9,10 μέτρα και έχει μήκος 49 μέτρα. Οι δομικοί του λίθοι είναι από ψαμμίτη, ένα ευκατέργαστο πέτρωμα, συνηθισμένο στο Βόιο. Χτίστηκε για να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ποιμένων της Πίνδου που μετέφεραν τα κοπάδια τους από τη Βόρεια Πίνδο στη Θεσσαλία. Χρησιμοποιούνταν επίσης και από τα καραβάνια των χωριών των Γρεβενών, τα οποία κουβαλούσαν εμπορεύματα στην αγορά του Τσοτυλίου.
Μια ιστορία το θέλει να κτίστηκε με τη χορηγία κάποιου μεγαλοκτηνοτρόφου από την Πίνδο. Όταν αυτός προσπάθησε να διαβεί με το κοπάδι και την οικογένειά του τον ποταμό, μια απότομη και ορμητική ροή έπνιξε τη μονάκριβη κόρη του. Ο τραγικός πατέρας το θεώρησε σημάδι του Θεού, που ήθελε να τον τιμωρήσει για την πλεονεξία του. Τη νύχτα είδε στον ύπνο του έναν άγγελο με κάπα και αγκλίτσα, ο οποίος τον πρόσταξε να χτίσει ένα γεφύρι στο σημείο που πνίγηκε η κόρη του.
Δεν είναι σίγουρο το πόσο αυτή η ιστορία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το σίγουρο είναι ότι το γεφύρι αποτελεί απτή απόδειξη ότι η εποχή ακμής του μεταβυζαντινού Βοϊου υπήρξε στα αλήθεια, πριν επέλθει η καταστροφή του από τα Οθωμανικά στρατεύματα κατά την επανάσταση του Ορλώφ.
Το γεφύρι κτίστηκε πριν το 1770, όταν ο πληθυσμός του Βοϊου ήταν πολλαπλάσιος του σημερινού. Ήταν η εποχή της ακμάζουσας μετακινούμενης κτηνοτροφίας, των κιρατζίδων, και των φημισμένων μαστόρων και των λιθοξόων της Κόνιτσας και των Ζουπανίων. Τότε οι ορεινοί οικισμοί έσφυζαν από ζωή, οι Δυτικομακεδόνες έμποροι με παροικίες σε όλη την Κεντρική Ευρώπη πηγαινόφερναν εμπορεύματα σε Ελλάδα και Δούναβη, και οι χιλιοτραγουδισμένοι κλέφτες παραμόνευαν κοντά στα γεφύρια. Ήταν η εποχή που τα νέα τα μάθαινε κάποιος στο νερόμυλο, τότε που γύρω από το Ανθοχώρι υπήρχαν κατάμεστα χάνια, πεταλωτήρια και σαμαράδικα.
Οι Οθωμανοί εγκατέλειπαν τη φεουδαρχία, ενθάρρυναν το εμπόριο και τις συγκοινωνίες χρηματοδοτώντας υποδομές. Οι Χριστιανοί το εκμεταλλεύθηκαν, πλούτισαν, μορφώθηκαν, συνειδητοποιήθηκαν και επαναστάτησαν το 1770. Το Βόιο καταστράφηκε, οι περισσότεροι κάτοικοι σκόρπισαν στη Δυτική Μακεδονία, ήρθε νέο αίμα από την Ήπειρο, ρίζωσε, ορθοπόδησε, έκτισε νέα, αλλιώτικα κτίρια, ελευθερώθηκε.
Από το γεφύρι πέρασε κι ο στρατός για να γράψει ένα έπος το ’40 και μια τραγική σελίδα ιστορίας στον εμφύλιο.
Μετά οι καιροί άλλαξαν. Τα μουλάρια έγιναν τρένα, τα καλντερίμια Εγνατίες, και οι μύλοι ηλεκτρικοί. Από το γεφύρι δεν περνούσαν πλέον κοπάδια, αλλά αγροτικά φορτηγάκια όταν το νερό του Πραμόριτσα φούσκωνε. Η πέτρα αντικαταστάθηκε με το τσιμέντο, νέες γέφυρες κτίστηκαν και η τέχνη των πετρογέφυρων χάθηκε. Οι κτηνοτρόφοι του Βοίου έφυγαν κι έγιναν εργάτες κι επαγγελματίες στα αστικά κέντρα.
Ο τόπος ερήμωσε κι ο χρόνος σταμάτησε στο παρελθόν. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει την προ του 1770 εποχή και τους ανθρώπους της, εκτός από κάποιους ναούς και μερικά γεφύρια, όπως αυτό του Ανθοχωρίου.
Αυτός όμως δεν είναι και ο ρόλος των μνημείων ;
Να κρατούν τη μνήμη ζωντανή.


Οικολογική Κίνηση Κοζάνης


YΓ. Ο Δήμος Τσοτυλίου έχει εντάξει στο πρόγραμμα «ΠΙΝΔΟΣ» την επισκευή και συντήρηση του γεφυριού του Ανθοχωρίου, καθώς και τη διαμόρφωση του γύρω χώρου ώστε να γίνει πιο επισκέψιμο. Πριν την προγραμματισμένη αυτή επισκευή προηγήθηκαν άλλες δύο, μία το 1936 και μία στη δεκαετία του 1970 όπου και χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο.


Πραμόριτσας, Ποτάμιο οικοσύστημα χωρίς ποτάμι!!!!

Οι υδροηλεκτρικές μονάδες είναι ένας εναλλακτικός τρόπος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, που δεν επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με ρύπους, και παράλληλα προσφέρει άλλα οφέλη, όπως εμπλουτισμό υδροφορέων, άρδευση, αλιεία κ.τ.λ. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα έργα αυτά δεν έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Για να περιοριστούν αυτές οι επιπτώσεις, συντάσσονται μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, με βάση τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θέτουν κάποιους όρους- περιορισμούς για την κατασκευή και λειτουργία κάθε τεχνικού έργου. Από τη στιγμή που ο εργολήπτης αποδεχθεί την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, το έργο αδειοδοτείται κατασκευάζεται και λειτουργεί.
















Εικόνα 1 Αυγερινιώτες στο Πετρογέφυρο τον Αύγουστο του '58. Φωτογραφία από το αρχείο του Πέτρου Βαρσάμη, τραβηγμένη από συγχωριανούς τους που ψάρευαν σε κλάδο του Λασπορέματος, παραπόταμο του Πραμόριτσα.


Ένας συνήθης περιβαλλοντικός όρος που τίθεται για τα φράγματα, είναι ότι πρέπει πάντα να αφήνουν κάποια ποσότητα νερού ελεύθερο, ώστε και τα οφέλη του έργου να απολαμβάνουμε, και το οικοσύστημα να προσαρμόζεται και να μη ρημάζει. Πιο απλά, προσαρμογή του παραποτάμιου οικοσυστήματος σημαίνει ότι άνθρωποι, ψάρια, ζώα, πουλιά και φυτά που ζουν στα κατάντη του ποταμού (μετά το φράγμα), μαθαίνουν να ζουν με λιγότερο νερό, ή αντικαθίστανται ομαλά από άλλες μονάδες και είδη που τα καταφέρνουν καλύτερα στις νέες συνθήκες. Αυτό το ελάχιστο νερό που χρειάζεται το οικοσύστημα για να μην καταρρεύσει, ονομάζεται «ελάχιστη οικολογική παροχή νερού» και ισούται με το 30% της μέσης παροχής των θερινών μηνών σε περιπτώσεις που το κατάντη οικοσύστημα δε θεωρείται ευαίσθητο αλλά σχετικά ανθεκτικό, όπως στην περίπτωση του Πραμόριτσα.











Εικόνα 2 Το Πετρογέφυρο στην Τριάδα το 1989. Με την άνοδο της θερμοκρασίας και τις ξηρασίες που ακολούθησαν γεφυρώνει μόνο χόρτα (Φωτο: "Μακεδονικά Γεφύρια" Γ.Π. Τσότσος).


Η ελάχιστη οικολογική παροχή, ήταν ένας από τους 37 περιβαλλοντικούς όρους που τεθήκαν από τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος στην κατασκευή και λειτουργία του φράγματος του Πραμόριτσα στην Κοινότητα Πενταλόφου. Πιο συγκεκριμένα ο όρος 24 αναφέρει: «Ορθολογική χρήση του νερού του ταμιευτήρα. Εξασφάλιση μιας οικολογικά αποδεκτής μόνιμης τροφοδοσίας νερού προς τα κατάντη για τη διασφάλιση των ποτάμιων και παραποτάμιων οικοσυστημάτων ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο». Μολαταύτα, μετά την κατασκευή του φράγματος, και κατά την πλήρωση του ταμιευτήρα με νερό το περασμένο ξηρό καλοκαίρι, οι κατασκευαστές δεν άφησαν στάλα να φύγει.

Η εξήγηση που δόθηκε από τον τεχνικό σύμβουλο της Νομαρχίας, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ΔΕΗ ΑΕ, ήταν η εξής : Πρώτον, ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπονταν στην μελέτη του έργου. Δεύτερον ότι με βάση τη διεθνή πρακτική η οικολογική ροή διασφαλίζεται μετά την πλήρωση του ταμιευτήρα ενώ στη φάση της πλήρωσης δεν προβλέπεται, (δηλαδή το ποτάμι τροφοδοτείται μετά το φράγμα μόνο με τα νερά των ρεμμάτων, εάν υπάρχουν και εφόσον βρέξει). Και τρίτον, ότι ακόμη και να το αποφασίζαμε τώρα αυτό, θα προκαλούσε προβλήματα στη σήραγγα του φράγματος, όπου εργάζεται κόσμος, κλπ.
Καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα λόγω των κλιματικών αλλαγών και της παρατεταμένης ξηρασίας είναι δύσκολα για όλους μας και, φυσικά, για τον Πραμόριτσα. Ο ταμιευτήρας γεμίζει με ρυθμό χελώνας ή είναι και τελείως στάσιμος. Τα ρέμματα, από τα οποία περιμένουμε να τονωθεί το ποτάμι μετά το φράγμα έχουν ξεραθεί και δεν μπορούν να κρατήσουν ζωντανό τον ποταμό, όπως προέβλεπαν οι μελέτες.
Τι πρέπει να γίνει όμως ; Για να γεμίσουμε τον ταμιευτήρια μια ώρα αρχύτερα και να κερδίσουμε ένα-δύο μήνες θα αφήσουμε να στεγνώσει ένας υδρολογικός σχηματισμός (με τα παρόχθια οικοσυστήματα του) χιλιάδων ετών ; Είναι αειφορική λύση αυτή ; Ως πότε θα πιπιλίζουμε την αειφορία σαν σύνθημα και θα την τσαλαπατούμε στην πράξη ;
Και πως είναι δυνατόν, να βάζουμε την οικολογική ροή σαν βασικό περιβαλλοντικό όρο στη φάση της κατασκευής κι όταν έλθει η ώρα να εφαρμόσουμε αυτόν τον όρο να λέμε ότι είναι τεχνικά αδύνατος ;
Δεν μπορούμε έστω και την ύστατη στιγμή να βρούμε μια πρόχειρη λύση ; Πόσο δύσκολο είναι να εγκαταστήσουμε μια αντλία παροχής λίγων κυβικών μέτρων / ώρα κι ένα πρόχειρο επιφανειακό δίκτυο σωλήνων ώστε το νερό να παροχετεύεται μετά τη γέφυρα; Ο Πραμόριτσας δεν είναι κάποιο τεράστιο ποτάμι ώστε να χρειάζεται πολύ νερό. Ακόμη και 3-4 τρακτέρ με τους συνήθεις σωλήνες άρδευσης θα μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά.
Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι απουσιάζουν οι τεχνικές λύσεις. Εκείνο που απουσιάζει είναι η περιβαλλοντική κουλτούρα στο μεγαλύτερο μέρος του κυκλώματος που ασχολειται με την κατασκευή και την επίβλεψη των έργων.







Εικόνα 3 Το γεφύρι της Τσούκας τέλη Ιουλίου 2007. Μετά τους παραποτάμους του, κι ο Πραμόριτσας κάτω έχει ήδη στερέψει παρόλο που υπάρχουν τρόποι τα φράγματα να συνυπάρξουν με το περιβάλλον.


Σε κάθε περίπτωση το συμπέρασμα είναι το ίδιο: Πέρα από τις διακηρύξεις για πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη και τους τόνους χαρτιού των περιβαλλοντολογικών μελετών, η τήρηση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων επαφίεται στη συνείδηση του κάθε κατασκευαστή και την αντίδραση (ή -εν προκειμένω- αδράνεια ) της τοπικής κοινωνίας .

Κοζάνη, 10 Οκτωβρίου 2007
ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ


________________________________________________
_________________________________________
________________________________